Ο όρος Μυασθένεια Gravis (Βαριά Μυασθένεια) αφορά αυτοάνοσο νόσημα του νευρικού ιστού, που συνεπάγεται την αδυναμία και κάματο των μυών. Η εμφάνιση των συμπτωμάτων της μυασθένειας οφείλεται στη διαταραχή της λειτουργίας της νευρομυϊκής σύναψης, δηλαδή του σημείου όπου γίνεται η μεταβίβαση της νευρομυϊκής διέγερσης και αυτό αποδίδεται στην κατάληψη των υποδοχέων της ακετυλοχολίνης από αυτοάνοσα αντισώματα. Τα συχνότερα συμπτώματα είναι η βλεφαρόπτωση και ή διπλωπία, η δυσκολία στη μάσηση, στην κατάποση και άρθρωση του λόγου με επιβάρυνση κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Ο ρόλος της θυμεκτομής είναι ιδιαίτερα σημαντικός στη θεραπεία της μυασθένειας, ακόμη και όταν πρόκειται για μυασθένεια χωρίς την ύπαρξη θυμώματος. Η θυμεκτομή έχει θέση στη θεραπεία της οφθαλμικής μυασθένειας και ενδείκνυται στη θεραπεία της μυασθένειας μετά από υποτροπή των συμπτωμάτων. Η πρόοδος της επιστήμης θα οδηγήσει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών που πάσχουν από ΜG και θα μειώσει την ανάγκη για θυμεκτομή. Η θυμεκτομή αντενδείκνυται στους ασθενείς που είναι αρνητικοί για αντισώματα έναντι υποδοχέων ακετυλοχολίνης και συγχρόνως δεν έχουν όγκο του θύμου και δεν υπάρχει μεγάλη υπερπλασία του θύμου. Επίσης, αντενδείκνυται σε κάθε ασθενή που η έκταση της διήθησης είναι τέτοια που καθιστά τον όγκο μη εξαιρέσιμο καθώς και όταν υπάρχει μη εξαιρέσιμη μεταστατική νόσος. Τέλος, δεν ενδείκνυται ως πρώτη θεραπεία της μυασθενικής κρίσης.

Έχοντας υπόψη τα διεθνή δεδομένα, προτείνεται για τους ασθενείς με Μυασθένεια χωρίς θύμωμα, ή με θύμωμα έως 3,5 εκ. διατραχηλική προσπέλαση και εναλλακτικά θωρακοσκοπική, ρομποτική ή διαστερνική θυμεκτομή. Στη μυασθένεια με θύμωμα >3,5 εκ. και μικρότερο των 5 εκ. προτείνεται ρομποτική ή θωρακοσκοπική και εναλλακτικά διαστερνική θυμεκτομή. Τέλος, όταν υπάρχει ευμεγέθες θύμωμα ή θυμικό καρκίνωμα με διήθηση παρακείμενων ιστών με ή χωρίς μυασθένεια προτείνεται διαστερνική θυμεκτομή. Σήμερα, σημειώνεται αυξημένη χρήση των ελάχιστα επεμβατικών χειρουργικών τεχνικών, καθώς έχουν λιγότερες επιπλοκές, λιγότερο πόνο και μικρότερες πιθανότητες πρόκλησης μυασθενικής κρίσης. Επιπλέον, οι τεχνικές αυτές έχουν καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα και μικρότερη διάρκεια νοσοκομειακής νοσηλείας.